Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καλοκαίρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Ιουλίου 2012

Τα παιδιά του Κάιν, Νίκος Παναγιωτόπουλος

Λένε να ζεις την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία και η αλήθεια είναι ότι σε γενικές γραμμές δεν είναι κακή συμβουλή.

Άρχισα να διαβάζω τα «Παιδιά του Κάιν» γνωρίζοντας λίγα για το Νίκο Παναγιωτόπουλο ως σεναριογράφο και ελάχιστα ως συγγραφέα. Οι πρώτες σελίδες έφυγαν σαν νερό, με την πλοκή και τη δομή του βιβλίου να είναι ενδιαφέρουσα και συμπαγής. Η ιστορία εξελίσσεται σε ένα νησί του Ιονίου με πρωταγωνιστές μια παρέα σαραντάρηδων που συναντιέται ύστερα από πολλά χρόνια. Μια παιδική παρέα που χάθηκε στο χρόνο, αλλά που τώρα ξανασυναντιέται για να θυμηθεί και να νοσταλγήσει τα νιάτα τους.  Όπως βέβαια είναι αναμενόμενο πολλά από τα όνειρά τους δεν μπόρεσαν ποτέ να γίνουν πραγματικότητα και οι συμβιβασμοί που χρειάστηκαν να κάνουν ήταν περισσότεροι από ό,τι υπολόγιζαν. Τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί έκπληξη και αυτό που επιτυχώς παρουσιάζει το βιβλίο είναι ότι μερικές φορές απομακρυνόμαστε από αυτούς που μας ξέρουν καλύτερα για τον απλούστατο λόγο γιατί μας θυμίζουν έντονα ό,τι δεν γινάμε, σε ό,τι αποτύχαμε και κυρίως τις αλλαγές που αναγκαστήκαμε να υποστούμε.

Η αίσθηση που μου άφησε αυτό το βιβλίο είναι σαν ο συγγραφέας το έγραψε φοβούμενος ότι μπορεί να είναι το τελευταίο του. Τα είπε όλα, τα στρίμωξε όλα με αποτέλεσμα να χάσει λίγο από τη μαγεία που θα μπορούσε να έχει.

12 Ιουνίου 2012

Ο θησαυρός της Βαγίας, Ζωρζ Σαρή

Λένε ότι όταν ο Θεός σου κλείνει μια πόρτα, σου ανοίγει ένα παράθυρο. Στη δική μου περίπτωση η πόρτα έκλεισε, επειδή σαν παιδί δεν μεγάλωσα περιτριγυρισμένη από γιαγιάδες. Δεν είχα τις ιστορίες τους να με νανουρίσουν ή να με ταξιδέψουν, τη διαδικασία αυτή την ανέλαβαν αναγκαστικά άλλοι, μάλλον άλλες γιαγιάδες και αυτές ήταν το «παράθυρο» μου.
Μπορεί η Πηνελόπη Δέλτα, η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή να μην είναι βιολογικές μου γιαγιάδες, αλλά εγώ με τις δικές τους ιστορίες μεγάλωσα. Με τα βιβλία τους ταξίδεψα και έφτιαξα όνειρα. Και όπως κάθε παιδί ζητάει από τη γιαγιά να του πει το ίδιο και το ίδιο παραμύθι, έτσι και εγώ είχα τα αγαπημένα μου, που τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, μέχρι που τα είχα απομνημονεύσει.
«Ο θησαυρός της Βαγίας» ήταν ένα από αυτά. Το πρώτο μου παιδικό αστυνομικό μου μυθιστόρημα και παρ’ όλο που είχα μάθει την κατάληξη, αυτό δεν λειτούργησε ποτέ ανασταλτικά στο να το διαβάσω και είκοσι φορές. Με έκανε να θέλω να έχω φίλους ανοιχτούς στην περιπέτεια, να θέλω να πάω στην Αίγινα και τον Πόρο, να νιώσω τον ενθουσιασμό των ηρώων του, να λάβω και εγώ μέρος σε μια ιστορία.
Η Ζωρζ Σαρή δεν είναι γιαγιά μου, αλλά όταν που έμαθα ότι πέθανε, ένιωσα σαν να έχασα κάποιον πολύ δικό μου.   






14 Νοεμβρίου 2011

Ανεμώλια, Ζουργός Ισίδωρος



Είμαι στην ευχάριστη θέση να ενημερώσω το αντρικό κοινό ότι επιτέλους διάβασα ένα βιβλίο που θα το εκτιμούσε ιδιαιτέρως κάθε άντρας.
Η ιστορία είναι κλασική, μια αντροπαρέα ξεκινά ένα ταξίδι-απόδραση από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Εκεί οι σαρανταπεντάρηδες δραπέτες, που γνωρίζονται από το σχολείο θα βρεθούν αντιμέτωποι με το παρελθόν τους και το παρόν τους, με την εξέλιξη που έχουν πάρει πια οι ζωές τους, με τα όνειρα και τους συμβιβασμούς που τους φύλαξε η μέχρι τώρα πορεία τους. Σ’ αυτό το ταξίδι οι αναδρομές στα παλιά γίνονται ένα με το σήμερα καριέρα, γυναίκες, γάμοι, παιδιά. Με τη φιλία τους ως συνδετικό κρίκο τόσα χρόνια, να έχει γερά θεμέλια ώστε να αντέχει σε όλα τα παραπάνω.
Με λίγα λόγια, αν σας καθήλωνε το σήριαλ «50-50», αυτή είναι μια πιο εκλεπτυσμένη και κουλτουριάρικη εκδοχή του και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα. Αν από την άλλη ξετρελαθήκατε με το «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Μουρσελά, μπορεί να απογοητευτείτε λίγο με την «Ανεμώλια». Ωστόσο πόσο συχνά σας δίνεται η ευκαιρία να διαβάσετε ένα μυθιστόρημα γραμμένο από άντρα για άντρες;
Τώρα αν είστε γυναίκα, είναι ευκαιρία να ρίξετε μια κρυφή ματιά στον κόσμο των αντρών. Και δυστυχώς μην περιμένετε εκπλήξεις, ακόμα λατρεύουν να μας μισούνε ή μισούν που μας λατρεύουν. Ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο από τα δύο ισχύει.

Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2011, σελίδες 464, ISBN: 978-960-16-4111-9

26 Ιουλίου 2011

1972 Το τελευταίο καλοκαίρι, Μουρατίδης Νίκος



Όταν δούλευα στη γκαλερί, είχαμε έναν πελάτη – συλλέκτη έργων τέχνης που πάντοτε επισκεπτόταν την εκάστοτε έκθεση μερικές ώρες πριν από τα επίσημα εγκαίνια της. Γνώριζα με μαθηματική ακρίβεια ότι αν τον ενδιέφερε η έκθεση που φιλοξενούσε η γκαλερί, θα εμφανιζόταν το πρωί με το που ανοίγαμε και θα καθόταν με την ησυχία του να δει όλα τα έργα και ίσως να αγοράσει κάποιο. Ένα πρωί, λοιπόν, ανήμερα των εγκαινίων ο καλλιτέχνης που πραγματοποιούσε την έκθεση ζωγραφικής είχε έρθει από νωρίς για κάτι τελευταίες λεπτομέρειες και ταυτόχρονα ήταν στην γκαλερί και ο συλλέκτης, όπου μας έλεγε ποιο θέλει να αγοράσει. Θεώρησα τότε σωστό να κάνω τις συστάσεις και καθώς πάω να τους συστήσω, ο πελάτης με σταματά και μου λέει διακριτικά ότι θα προτιμούσε να μην συστηθούνε, αν δε με πειράζει. Σαστισμένη, αλλά χωρίς πολλές επιλογές συμφώνησα. Εκείνος βλέποντας την αμηχανία μου και θέλοντας να με καθησυχάσει, μου εξηγεί ότι είναι πάγια πολιτική του να μην γνωρίζει τους καλλιτέχνες σε προσωπικό επίπεδο, γιατί μπορεί να απογοητευτεί και ότι προτιμά να τους «γνωρίζει» μέσα από τα έργα τους.  Μου πήρε πολύ καιρό να το καταλάβω, αλλά τώρα μπορώ να πω με πλήρη σιγουριά ότι έχει απόλυτο δίκιο.
 Τώρα, προς τι αυτή η εισαγωγή; Γιατί το βιβλίο αυτό το έχει γράψει ο Νίκος Μουρατίδης, ναι ναι, αυτός που νομίζετε ο κριτής του X Factor και ένα σωρό άλλων προγραμμάτων που ποτέ δε θα καταλάβω γιατί τα έκανε… Είναι μία από τις κλασικές περιπτώσεις που δεν πρέπει να γνωρίζεις τον καλλιτέχνη, γιατί αν δεν είχα διαβάσει και στο παρελθόν βιβλία του ή δεν ήξερα ότι έχει γράψει μερικές από τις πιο αγαπημένες μου ελληνικές σειρές και τον ήξερα μόνο από αυτά τα shows  δεν θα είχα αγοράσει ποτέ αυτό το βιβλίο.
Το «1972, το τελευταίο καλοκαίρι» είναι ο ορισμός του βιβλίου της παραλίας. Εύκολο, γρήγορο, με χιούμορ, ελαφρύ για να μην βαραίνει κι άλλο την τσάντα της θάλασσας, με καλή γλώσσα και μια συμπαθητική ιστορία. Υπάρχουν όλα τα κατάλληλα συστατικά για ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο: ένας μεγάλος έρωτας, μια παρεξήγηση, ένα νησί και νιάτα. Στα αρνητικά θα έλεγα ότι το τέλος γίνεται από νωρίς προβλέψιμο και διακρίνεται και μια μικρή επανάληψη από το «Αθήνα- Θεσσαλονίκη».
Ωστόσο συμφωνώ απόλυτα με το οπισθόφυλλο  του βιβλίου: «Συχνά μνημονεύεται η φράση του Νίτσε «Ό,τι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς». Εδώ όμως ισχύει το «Ό,τι δεν μας σκοτώνει μπορεί και να μας κάνει να σπάσουμε».

Αθήνα: Εκδόσεις Τετράγωνο , 2011, σελίδες 224, ISBN: 978-960-9505-16-1